Το Στρες στον Εργασιακό Χώρο

Πολλοί από εμάς θα έχουμε βιώσει ανά καιρούς αυτό που επιγραμματικά χαρακτηρίζεται ως στρες στον εργασιακό χώρο. Ατελείωτες ώρες εργασίας, ασυνεννοησία με προϊσταμένους και υφιστάμενους, καχυποψία και κακή διάθεση που μας επηρεάζει εντός και εκτός γραφείου είναι μερικά από τα θέματα που μας βασανίζουν και καθιστούν τα πέντε έβδομα της εβδομάδος μας πραγματική κόλαση. Ανήμποροι παρακολουθούμε σα σε ταινία τον εαυτό μας να τρέχει σα ανθρωποειδές από το πρωί μέχρι το βράδυ, μετρώντας τις ώρες που μας χωρίζουν από το να καταρρεύσουμε στον καναπέ μας. Σταδιακά αυτό γίνεται πλέον ρουτίνα και το αποδεχόμαστε στωικά, καταδικασμένοι όπως ο Προμηθέας στο Καύκασο.

Σε αντίθεση όμως με το Προμηθέα, εμείς δεν είμαστε αλυσοδεμένοι και είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως έχουμε την επιλογή να επιχειρήσουμε τουλάχιστον να βελτιώσουμε τη κατάσταση μας η ακόμα και να την αλλάξουμε δραστικά. Μία από τις βασικές πηγές ασφάλειας είναι η γνώση πως προστατευόμαστε από κάποια όρια, φυσικά και ψυχολογικά. Το πιο ευνόητο φυσικό όριο (μετά από το δέρμα μας!) είναι οι τοίχοι που μας προστατεύουν στο σπίτι μας. Με παρόμοιο τρόπο μπορούμε να αναγείρουμε τις ψυχολογικές παραμέτρους οι οποίες θα μας προστατεύουν καθορίζοντας τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Στον εργασιακό χώρο αυτό μπορεί να συνεπάγεται το πόσο αργά θα φύγουμε από το γραφείο, το πόση δουλειά θεωρούμε και δεχόμαστε ως εφικτή και πραγματοποιήσιμη, το ποια συμπεριφορά είμαστε διαθετημένοι να υπομείνουμε, τις χρηματικές μας απολαβές, τις διακοπές μας ή ακόμα και το χρονικό διάστημα που θέτουμε στον εαυτό μας ως το περισσότερο που μπορούμε να παραμείνουμε στη θέση μας εάν δεν βελτιωθούν τα πράγματα. Σε αυτή τη διαδικασία είναι σημαντικό να διατηρήσουμε ένα ρεαλιστικό πρίσμα, ένα βαθμό ευελιξίας και τη δυνατότητα να αναθεωρούμε τα όρια μας όταν είναι προς το συμφέρον το δικό μας και των γύρω μας.

Έχοντας λοιπόν προστατεύσει τον εαυτό μας, μας δίνεται η ευκαιρία να αναπτύξουμε τις σχέσεις συνεργασίας με τους γύρω μας, πράγμα το οποίο θα συμβάλλει καταλυτικά στο να γίνει πιο ευχάριστος και πιο αποδοτικός ο χρόνος μας. Το πρώτο βήμα θα πρέπει να είναι το να εδραιώσουμε μια βασική επικοινωνία με τους συνεργάτες μας. Αν αναλογιστείτε πόσος χρόνος χάνεται επειδή δε σταματάμε για να μιλήσουμε με τους συναδέλφους μας είτε επειδή υποθέτουμε πως ξέρουμε τι σκέφτονται είτε απλά επειδή δεν έχουμε τη διάθεση, θα κατανοήσετε πόσες δυσκολίες επιφέρει η σιωπή μας. Η επικοινωνία αυτή μπορεί να ξεκινήσει εντός του γραφείου και αν ο χρόνος και οι συνθήκες το επιτρέπουν να συνεχιστεί σε κοινωνικό πλαίσιο. Μαθαίνοντας περισσότερα για τους γύρω μας και αποκτώντας πρόσβαση στο πως νιώθουν, πως σκέφτονται και πως πράττουν θα μας προφυλάξει από δυσάρεστες και χρονοβόρες εκπλήξεις, θα μας προσφέρει επιπλέον συμμάχους (οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα αισθάνονται τόσο απομονωμένοι και πιεσμένοι όσο εμείς) και θα δημιουργήσει ένα πιο ευχάριστο περιβάλλον εργασίας. Μια χρήσιμη τεχνική είναι να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας να ακούει και να προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που προσπαθεί να μεταδώσει ο συνομιλητής μας. Αυτό θα επιταχύνει τη συνεννόηση μας, θα κάνει τον άλλον πιο δεκτικό σε αυτό που έχουμε να πούμε αλλά και θα κάνει την απάντηση μας σχετική και εύστοχη.

Έχουμε λοιπόν, στρατηγικά σχεδόν, προστατεύσει τα όρια μας, έχουμε βελτιώσει την επικοινωνία και έχουμε βρει συμμάχους να μας στηρίξουν. Η επόμενη κίνηση μας θα πρέπει να είναι να δημιουργήσουμε σαφήνεια. Αυτό μπορεί να ξεκινάει από το να αντιληφθούμε πια ακριβώς είναι η περιγραφή τις θέσης μας και οι ευθύνες μας μέχρι το να ζητάμε σαφής εξηγήσεις (προσπαθώντας να μη χάσουμε το αίσθημα αυτονομίας και πρωτοβουλίας) κάθε φορά που μας ανατίθεται κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι. Οι επιπλοκές που προκύπτουν από την έλλειψη κοινής συνεννόησης περιλαμβάνουν πολλά στελέχη να προσπαθούν να διεκπεραιώσουν το ίδιο πράγμα (με αποτέλεσμα πολλές παρεξηγήσεις, καχυποψία και αγανάκτηση) και πολλά πράγματα να μην γίνονται επειδή κανείς δεν είναι σίγουρος ποιος τα έχει αναλάβει. Με το να επιζητάμε σαφήνεια προωθούμε το αίσθημα ευθύνης και απωθούμε το αίσθημα τις αδικίας και του σιωπηλού αλλά ψυχοφθόρου θυμού.

Και ενώ δουλεύουμε μεθοδικά με όλα τα παραπάνω, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε πως οι περισσότεροι από εμάς δουλεύουμε για να ζούμε και όχι το αντίθετο. Έτσι, είναι σημαντικό να προσπαθούμε να διατηρούμε μια ευχάριστη κοινωνική ζωή, ζωντανές και ενδιαφέρουσες σχέσεις και έναν υγιή και δραστήριο ρυθμό ζωής. Εάν η δουλειά μας είναι το μόνο ενδιαφέρον μας ή αν νιώθουμε πως μας στερεί τη δυνατότητα να έχουμε άλλα ενδιαφέροντα και απολαύσεις τότε είναι φυσικό να διατηρούμε, συνειδητά ή ασυνείδητα μια άρνηση και μια πικρία, η οποία στο τέλος θα μας αναλώσει και θα μας βρει μετανιωμένους μετά από χρόνια να σκεφτόμαστε πως έπρεπε να είχαμε ταξινομήσει τις προτεραιότητες μας διαφορετικά.

Βασίλης Αντωνάς
(Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 2007)
2017-10-06T20:22:27+00:00Δεκέμβριος 22nd, 2007|1 Comment

One Comment

  1. mafioza 23 Δεκέμβριος, 2007 at 4:22 μμ

    Άλλο ένα θέμα μεγάλου ενδιαφέροντος έθιξες. Αφορά υποθέτω ένα τεράστιο ποσοστό εργαζομένων και κυρίως εργαζομένων όπου είναι υπάλληλοι και λιγότερο εκείνους που βρίσκονται στη θέση του αφεντικού ή είναι υψηλά ιστάμενοι.
    Θυμάμαι στην πρώτη μου δουλειά όπου είχα σύμβαση για 6 μήνες, τι πρόβλημα μου είχε δημιουργήσει μία συνάδελφος. Με πίεζε τόσο πολύ (ή μήπως είναι πιο σωστό να πω ότι εγώ πιεζόμουνα πάρα πολύ από την συμπεριφορά της?) που όταν γυρνούσα σπίτι το απόγευμα είχα τόσα νεύρα που μου κοβόταν η όρεξη για οτιδήποτε.
    Βρισκόταν ακριβώς στην ίδια θέση με μένα, δεν ήταν προισταμένη ή κάτι τέτοιο, κι όμως είχε μία συμπεριφορά λες και εγώ (και μόνον εγώ) ήμουν το στρατιωτάκι της. Εγώ είχα πολύ τυπική συμπεριφορά γιατί δεν ήθελα να δημιουργήσω προβλήματα στο γραφείο ή να δώσω μια εσφαλμένη εικόνα της φασαριόζας΄. Στην ουσιά ήταν έτσι απέναντί μου χωρίς λόγο, ούτε είχαμε τσακωθεί ποτέ ούτε της είχα κάνει κάτι. Απλά με αντιπαθούσε, όπως εξαρχής την αντιπάθησα κι εγώ, ΄με τη διαφορά ότι εκείνη «έβγαζε» κάποιου είδους κομπλεξισμό και ανώριμη συμπεριφορά. Κάποια φορά από εκείνες που «έδινε τις διαταγές της» με τρόπο χείριστο για εργασιακά δεδομένα, της είπα εδώ είναι δουλειά, δεν είμαστε στο πάρτυ σου, μάθε να φέρεσαι, είμαστε ίσες εδώ.
    Και φυσικά έτρεξε στην προισταμένη να κάνει τα παράπονά της.
    Συγνώμη που ανέπτυξα την προσωπική μου εμπειρία σε τέτοιο βαθμό εδώ, απλά θα ήθελα να δώσω την εικόνα της δύσκολης θέσης που μπορέι να έρθει κάποιος στη δουλειά του από απαράδεκτες και το κυριότερο αναιτιολόγητες συμπεριφορές συναδέλφων. Εκεί τι κάνεις? Είναι τόσο εύκολο να σου γίνουν τα λόγια του «μπενάκιας βγαινάκιας» όπως είθισται λαικά να λέμε??
    Έχοντας δεδομένο ότι ούτε μπορούμε ούτε πρέπει να είναι ο στόχος μας να αλλάξουμε τους άλλους άμεσα αλλά έμμεσα, μέσα από μια δική μας αλλαγή σε κάτι, θα καταφέρουμε τελικά κάτι? Φυσικά γεννάται το αυτονόητο: Μα γιατί πρέπει πάντα να προσπαθώ εγώ. Μα επειδή εσύ ενοχλείσαι, εσύ νιώθεις άσχημα, εσύ καλείσαι να διαχειριστείς εξυπνότερα κάτι που σε φέρνει σε δύσκολη θέση.

    Δεν αναφέρθηκα κάπου αλλού, γιατί κατ’ εμέ είναι πιο εύκολο να θέσεις άλλα όρια π.χ. μέχρι πόσο αργά θα κάτσεις στη δουλειά κ.λπ. διότι πρόκειται για ποσοτικές μεταβλητές των οποίων τα όρια είναι ή «πρέπει» να τα αντιλαμβανόμαστε ως πιο εύκολα προσδιορίσιμα.

Comments are closed.